Header Ads

ad

Υπόθεση Atticus: Η δαιμονισμένη - The Atticus Institute review

Πρόκειται για ένα ψευδοντοκιμαντέρ (mockumentary) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Chris Sparling.

Λαμβάνει χώρα στη δεκαετία του '70, όταν ακόμη ο ψυχρός πόλεμος μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων μαινόταν για τα καλά.

Το πραγματικό γεγονός στο οποίο βασίζεται είναι η περίπτωση της Nina Kulagina, μιας Ρωσίδας που ισχυριζόταν ότι είχε τη δύναμη της τηλεκίνησης και που συμμετείχε σε παραφυσικά πειράματα που διοργάνωσε ο Σοβιετικός στρατός σε ένα εργαστήριο του Λένινγκραντ. 

Η ταινία του Chris Sparling ασχολείται με το τι θα συνέβαινε στην περίπτωση που οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες χρηματοδοτούσαν μια παρόμοια πρωτοβουλία στα πλαίσια του ανταγωνισμού με τη Σοβιετική ένωση.

Και μόνο το γεγονός ότι εκείνη την εποχή οι δυο αντίπαλες πλευρές είχαν καταφύγει ακόμη και στην παραψυχολογία για να δημιουργήσουν υπερστρατιώτες, είναι από μόνο του τρομακτικό.

Πόσο μάλλον όταν η τηλεκινητική εκπρόσωπος της δυτικής όχθης αποδεικνύεται ότι διαθέτει ανεξέλεγκτες δυνάμεις δαιμονικής φύσεως που ούτε καν ο στρατός μπορεί να διαχειριστεί πλήρως, με αποτέλεσμα να απαιτείται η βοήθεια ενός …εξορκιστή.

Ο Sparling επιστρατεύει την φόρμα ενός παραδοσιακού ντοκιμαντέρ ρετρό αισθητικής, με συνεντεύξεις από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας που αφηγείται και υλικό κινηματογράφησης που προέρχεται από τα πειράματα που οι ίδιοι υποτίθεται ότι διεξήγαγαν. 

Στην αρχή μαθαίνουμε ότι το συγκεκριμένο ινστιτούτο μεταφυσικών ερευνών είχε ιδρυθεί από τον δόκτορ Henry West (William Mapother, Jobs) προκειμένου να μελετηθούν τα φαινόμενα ESP (εξωαισθητήριας αντίληψης) και ψυχοκίνησης. 

Αρχικά τα ευρήματα ήταν μάλλον αποθαρρυντικά καθώς δεν υπήρχαν αποτελέσματα ικανά να στοιχειοθετήσουν ότι τα παραφυσικά αυτά φαινόμενα υπάρχουν στα αλήθεια.

Όλα άλλαξαν, όταν το προσωπικό του ινστιτούτου γνώρισε την Judith Winstead (Rya Kihlstedt, Elektra Luxx), μια γυναίκα με αλλόκοτη και ανατριχιαστική συμπεριφορά, η οποία όχι απλώς εμφανίζει τις προαναφερθείσες δυνάμεις, αλλά επιπλέον τις χρησιμοποιεί σε τέτοιο βαθμό και με έναν τέτοιο τρόπο, που εμπνέει τον τρόμο και το δέος στην ομάδα των ερευνητών που γίνονται μάρτυρες της εκδήλωσής τους.

Σύντομα γίνεται αντιληπτό απ’ όλους, ότι η Judith είναι τόσο επικίνδυνη για τον κόσμο μας που πρέπει να τεθεί επειγόντως υπό περιορισμό και τότε ήταν που αποφασίζει να εμπλακεί ο αμερικάνικος στρατός.

Οι επικεφαλείς του στρατού έχουν την φαεινή ιδέα να την χρησιμοποιήσουν σαν μέσω άντλησης πληροφοριών στην αρχή και σαν θανάσιμο όπλο που προκαλεί θανάτους από απόσταση στη συνέχεια. 

Η κατάσταση όμως ξεφεύγει από κάθε έλεγχο καθώς ούτε τα βασανιστήρια είναι ικανά να τιθασεύσουν το «κακό» που έχει κυριεύσει την ψυχή της Judith και τότε είναι που οι πάντες διαπιστώνουν ότι η αμέσως επόμενη λύση είναι ο εξορκισμός της. 

Η ερμηνεία της Rya Kihlstedt είναι κομβικής σημασίας στην ταινία, καθώς εμφανίζεται απαλλαγμένη από τα στοιχεία της παραδοσιακής υποκριτικής και φλερτάρει απροκάλυπτα με τον ωμό ρεαλισμό που απαιτείται προκειμένου η ταινία να μοιάζει με πραγματικό ντοκιμαντέρ.


Το ίδιο ισχύει για τους περισσότερους ηθοποιούς, οι οποίοι ερμηνεύουν τον ρόλο τους με έναν τόσο ανεπιτήδευτο τρόπο που πείθουν τον θεατή ότι παρακολουθεί πραγματικά γεγονότα και συνεντεύξεις. 

Ακόμη και η λύση του εξορκισμού που για κάποιους ακούγεται αφελής και γελοία από άποψη αληθοφάνειας, αποδίδεται ως ένα φυσικό επακόλουθο της κλιμακούμενης έντασης των γεγονότων που οδηγούν σε αυτή και δεν μοιάζει παράταιρη στο όλο σύνολο.

Ο Sparling δεν επαναπαύεται ούτε στιγμή στο γεγονός ότι δημιουργεί μυθοπλασία και προσπαθεί με όλα τα μέσα που του παρέχει ο κινηματογραφικός φακός να πείσει ότι η Judith Winstead διαθέτει δυνάμεις έξω και πέρα από τον κόσμο μας, ικανές να προκαλέσουν ανυπολόγιστες καταστροφές με μία και μόνο σκέψη της. 

Το γιατί δεν κάνει ανά πάσα στιγμή πράξη αυτή την απειλή είναι ένα από τα μυστήρια της ταινίας που ο θεατής καλείται να ερμηνεύσει. 

Ίσως της αρέσει να παίζει με τους ανθρώπους παρόλο που τους περιφρονεί. 
Ίσως συμβαίνει κάτι άλλο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι εδώ δεν πρόκειται για μία παραδοσιακή μορφή δαιμονισμού, όπου κάποιος δαίμονας  φλυαρεί μέσω της Judith λέγοντας ασυναρτησίες και ξερνάει πράσινη γλίτσα πάνω σε ιερείς, αλλά αντίθετα η Kihlstedt εμφανίζεται στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας αμίλητη και απαθής και είναι αυτή η σιωπή της που ενισχύει το δέος που προκαλεί στο κοινό.

Κάποιοι μπορεί να βρουν την ταινία άνευρη και προβλέψιμη ακριβώς διότι προσπαθεί να πείσει ότι πρόκειται για ένα πραγματικό ντοκιμαντέρ. 

Οι σποραδικές στιγμές έντασης όμως, σε συνδυασμό με τις αρετές αυτής της τεχνοτροπίας είναι ικανές να κάνουν πολλούς να χάσουν τον ύπνο τους. 

Πρόκειται για μία οπτικοακουστική εμπειρία που δεν καταντά ούτε για μια στιγμή κουραστική και που διατηρεί μέχρι την κορύφωσή της το ενδιαφέρον αμείωτο.

Σε γενικές γραμμές, το Atticus Institute είναι μια πολύ καλή ταινία η οποία υπερβαίνει σε πολλά σημεία τις συμβάσεις του κινηματογραφικού τρόμου, αν και τα χαμηλά στάνταρ της παραγωγής δεν μπορούν να κρυφτούν σε όλο της το μήκος.

Είναι όμως και μία αξιόλογη προσπάθεια που αξίζει  να την παρακολουθήσουν οι φαν των found footage και των mockumentaries.

Βασίλης Γιαννάκης.




Release Dates:
20 January 2015 (USA)