Header Ads

ad

Sinister 2 review

Από τη στιγμή που το μυστήριο λύθηκε στο πρώτο μέρος, ήταν αναμενόμενο ότι αυτή η συνέχεια θα προκύψει κατώτερη. 
Διότι ολόκληρο το πρώτο Sinister αποτελούσε ένα μεγάλο μυστήριο, που λύση του εδραζόταν στο υπερφυσικό και στον αποκρυφισμό.

Η πολυπλοκότητα του μηχανισμού με τον οποίο λειτουργεί η κατάρα, τα επί μέρους κομμάτια του αινίγματος που έμοιαζαν ασύνδετα στην αρχή, η μυθολογία του δαίμονα Bughuul και η νοσηρή ατμόσφαιρα που διέπει την κινηματογράφηση, έχουν προσδώσει στο original μια διαχρονικότητα που δύσκολα ξεπερνιέται. 

Το Sinister 2 είναι κι αυτό γραμμένο από τους Derrikson και Cargill, αυτή τη φορά όμως στην καρέκλα του σκηνοθέτη κάθεται ο Ciarán Foy.

Στο στόχαστρο του δαίμονα Bughuul μπαίνει ένα ερημικό σπίτι στην εξοχή όπου έχει εγκατασταθεί μια μητέρα (Shannyn Sossamon, The End of Love) με τους δυο γιους της, όλοι τους κυνηγημένοι από τον σύζυγό της με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση.

Ο πρώην αστυνομικός που έπαιζε και στο original (James Ransone, Oldboy) επιστρέφει, αυτή τη φορά γνωρίζοντας το πώς λειτουργεί η κατάρα και προσπαθεί να προστατεύσει την τριμελή αυτή οικογένεια.

Tο Sinister 2 υιοθετεί στην αφήγησή του την οπτική γωνία του παιδιού που διαφθείρεται από τις προβολές των κασετών super 8, έτσι ώστε να μυηθεί στον σκοτεινό κόσμο του δαίμονα και στο τέλος να σκοτώσει την οικογένειά του, βιντεοσκοπώντας το φονικό και προσθέτοντας ακόμη μια κασέτα ως παρακαταθήκη για τα επόμενα θύματα.

Το παιδί αυτό είναι ένας από τους δυο γιους της πρωταγωνίστριας. 
Το πρόβλημα είναι ότι υπό αυτή την οπτική γωνία, απομυθοποιούνται ορισμένα πράγματα και η ταινία καθίσταται υπερβολικά επεξηγηματική. 

Επιπλέον τα jump-scares δεν διακατέχονται από τη διακριτικότητα του πρώτου μέρους και σε πολλά σημεία μάλιστα, δεν φαίνονται να έχουν λόγο ύπαρξης.

Το κυριότερο όμως πρόβλημα είναι ότι επί της ουσίας, δεν υπάρχει κάποιο κεντρικό μυστήριο να παρακολουθήσουμε, εφόσον τα γνωρίζουμε από το πρώτο μέρος.

Γι’ αυτό τον λόγο, ενώ οι βιντεοκασέτες στην original ταινία αποτελούσαν κομμάτι του όλου μυστηρίου, στο Sinister 2 υπάρχουν απλώς γιατί … έτσι! 
Γιατί πρόκειται για sequel.

Ατυχής ήταν επίσης η επιλογή κατά τη γνώμη μου να εξισορροπηθούν τα επιπόλαια jump-scares με το βαρύ δραματικό υπόβαθρο που έχει να κάνει με την ενδοοικογενειακή βία και την παιδική κακοποίηση.

Πέρα από το γεγονός ότι δεν έχει κανένα ενδιαφέρον αυτό το δράμα γιατί έχει καταντήσει κλισέ, ρίχνει ακόμη περισσότερο το όλο σύνολο στο επίπεδο ενός τυπικού μεταφυσικού θρίλερ του σωρού, κάτι το οποίο δεν υπήρξε το πρώτο sinister. 


Ισχύει δηλαδή η εξίσωση που λέει ότι κλισέ δράμα+ επιπόλαια Jumpscares = κλισέ μεταφυσικό θρίλερ.

Ευτυχώς όμως που υπάρχει και ένα πολύ θετικό στοιχείο που σώζει κάπως την κατάσταση και που δεν είναι άλλο από το gore που εμφανίζεται στις κινηματογραφημένες σε super 8 δολοφονίες, σε αντίθεση με την πρώτη ταινία όπου το πλάνο κοβόταν λίγο πριν χυθεί το αίμα. 

Υπάρχει μία από αυτές τις προβολές που δεν ισχύει αυτός ο κανόνας, με αποτέλεσμα αυτή να εμφανίζεται αποκρουστικά ωμή.
Κάποιοι μπορεί να πουν ότι δεν συμφωνούν με μια τέτοια τροπή, διότι ουδέποτε το Sinister εστίαζε το gore. 

Εγώ όμως πιστεύω ότι η μία και μοναδική αυτή σκηνή καταφέρνει να ξεκολλήσει κάπως την ταινία από τις τετριμμένες οδούς που έχει ακολουθήσει. 

Επιπλέον έχει σημασία να γνωρίζει κανείς για ποιο λόγο ένα sequel εμφανίζεται κατώτερο από το πρωτότυπο και στην περίπτωσή μας, είναι ότι –επαναλαμβάνω- δεν υπάρχει πια μυστήριο, επομένως οποιοδήποτε sequel θα ήταν κατώτερο. 

Από αυτή την άποψη, το Sinister 2 δεν είναι σε καμία περίπτωση τερατούργημα, όπως το παρουσιάζουν κάποιοι σε διάφορες κριτικές. 

Ας έχουμε υπόψη το πόσο έχουν ξεπέσει στο παρελθόν διάφορα franchise με συνέχειες που ακύρωναν στοιχεία της μυθολογίας τους, με συνέχειες που την παρωδούσαν, ή ακόμη και με απροκάλυπτο retconning, δηλαδή με συνέχειες που αγνοούσαν παντελώς τις εξελίξεις προηγούμενων ταινιών των franchise.

Δεν είμαστε χθεσινοί.
Έχουμε μάθει πια το τι αποτελεί μια πραγματικά κακή προσθήκη σε ένα franchise.

Το Sinister 2 δεν υπάγεται σε αυτή την κατηγορία, απλώς φλερτάρει με τα κλισέ των μεταφυσικών θρίλερ περισσότερο από τον αξιόλογο προκάτοχό του.  
Γι’ αυτό και η θέασή του αξίζει περισσότερο από πολλές άλλες ταινίες του είδους.

Βασίλης Γιαννάκης.


Release Dates:
21 August 2015 (USA)