Header Ads

ad

Goodnight Mommy (Ich seh, Ich seh) review

Ένα απόμερο σπίτι στην εξοχή. 
Μία μονογονεϊκή οικογένεια (μητέρα και δύο δίδυμα αγόρια). 

Η μητέρα (Susanne Wuest) επιστρέφει στο σπίτι έχοντας το πρόσωπό της τυλιγμένο με επιδέσμους, λόγω κάποιας αισθητικής επέμβασης. 

Τα αγόρια (Lucas και Elias Schwartz) δεν γνωρίζουν αν κάτω από τους επιδέσμους βρίσκεται πραγματικά αυτή ή κάποια κακόβουλη ξένη που την αντικατέστησε. 
Ίσως το πιο τρομακτικό τέρας να είναι αυτό που παίρνει την θέση των πιο αγαπημένων προσώπων μας. 

Κάπως έτσι, η ιστορία ξεκινά.
Στην αρχή υπήρξε ο «Κυνόδοντας» του Γιώργου Λάνθιμου, με τις πολυάριθμες διακρίσεις που απέσπασε διεθνώς (μεταξύ των άλλων και στις Κάννες) και που το 2011 διεκδίκησε την πρώτη θέση για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στις ΗΠΑ.

Στα μάτια των ξένων κριτικών κινηματογράφου, τόσο ο Κυνόδοντας όσο και ένα αξιόλογο μέρος από τις σύγχρονες ελληνικές παραγωγές, συνθέτουν ένα ξεχωριστό κινηματογραφικό ρεύμα που κάποιοι το αποκαλούν “greek wave” ενώ άλλοι το μετονομάζουν σε “greek weird” προκειμένου να επισημάνουν την αλλόκοτη θεματολογία με την οποία καταπιάνεται. 

Οι Severin Fiala και Veronika Franz που έγραψαν και σκηνοθέτησαν το Goodnight Mommy, δεν κρύβουν ούτε στο ελάχιστο την τεράστια επιρροή που άσκησε η ταινία του Λάνθιμου στο δικό τους έργο.

Πράγματι, σχεδόν τα πάντα στο Goodnight Mommy «φωνάζουν» Κυνόδοντας:  Το απόμερο σπίτι στην εξοχή, η οικογένεια, τα πλάνα στην μπανιέρα, τα παιχνίδια που παίζουν τα παιδιά μεταξύ τους και με τη μητέρα, η απουσία μουσικής στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας αλλά και κάποιες επί μέρους αλλόκοτες συμπεριφορές που εμφανίζουν οι τρεις πρωταγωνιστές, είναι στοιχεία εμποτισμένα με την επιρροή του διακεκριμένου αυτού έργου.

Υπήρξε μια μερίδα του κοινού – στην οποία δεν κρύβω ότι ανήκω κι εγώ προσωπικά - που πίστευε ότι οι ιδέες του Κυνόδοντα θα είχαν ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο αν ήταν διαφορετικά δουλεμένες και αν ξέφευγαν κάπως περισσότερο από τα στεγανά που επιβάλλει η φόρμα του δράματος. 

Να λοιπόν που λίγα χρόνια αργότερα, έρχεται αυτή η αυστριακή παραγωγή να βασιστεί σε όλα όσα θεμελίωσε η ταινία του Λάνθιμου, αλλά παράλληλα να κάνει και το επόμενο βήμα, ενσωματώνοντας στην πλοκή και στην αισθητική της ακόμη περισσότερα στοιχεία θρίλερ και που προς το τέλος προκαλεί ακόμη και συναισθήματα αποστροφής στον θεατή, φλερτάροντας με το exploitation.

Το Goodnight Mommy των Fiala και Franz δεν διστάζει να συστηθεί στο κοινό σαν μια ταινία τρόμου και το γεγονός αυτό καθίσταται απολύτως εμφανές στο ανατριχιαστικό trailer που το διαφημίζει.

Παράλληλα αποφεύγει να υποπέσει στο σφάλμα του να αφήνει υπόνοιες ότι τα όσα παρουσιάζει ενδέχεται να έχουν και κάποια συμβολική ή αλληγορική διάσταση, πράγμα που εγώ προσωπικά το καταλογίζω στα θετικά του, εφόσον με αυτό τον τρόπο δεν απευθύνεται μόνο στα σωματεία των κριτικών, αλλά και στο ευρύτερο κοινό της.

Αυτή είναι και η πιο ουσιώδης διαφορά με τον Κυνόδοντα που κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι απευθύνεται μόνο στους κριτικούς. 

Σε καμία περίπτωση πάντως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα «ρηχό» θρίλερ, εφόσον πολλά επί μέρους στοιχεία που το συνθέτουν προσφέρονται για ψυχολογικές αναλύσεις και ερμηνείες. 

Από τα πρώτα πλάνα κιόλας, βλέπουμε ότι τα δύο αγόρια επιδίδονται μεταξύ των άλλων και με κάποιες μακάβριες ασχολίες, όπως το να συλλέγουν μεγάλα, κατσαριδόμορφα σκαθάρια μέσα σε μία μεγάλη γυάλα. 

Σε μία από τις επόμενες σκηνές βλέπουμε ότι όχι απλώς δεν φοβούνται το σκοτάδι, αλλά αρέσκονται και στο να περιφέρονται μέσα σε έναν αρχαίο τύμβο κοντά στο σπίτι τους που είναι γεμάτος από ανθρώπινα κόκαλα.

Με βάση αυτά, μπορούμε να βγάλουμε καταρχήν  το συμπέρασμα ότι «κάτι δεν πάει καλά» με τα δύο αγόρια. 


Επιπλέον, η απάθεια με την οποία αντιμετωπίζουν τα ανθρώπινα οστά και τα μεγάλα σκαθάρια, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον τρόμο που τους προκαλεί η αμφιβολία ότι η γυναίκα με τους επιδέσμους δεν είναι η πραγματική τους μητέρα. 

Είναι όμως το Goodnight Mommy μια τόσο εξαιρετική ταινία τρόμου όσο θέλει να δείχνει;

Η αλήθεια είναι ότι παρά την ιδιαίτερη αισθητική της και τα σχεδόν άψογα τεχνικά μέρη, πάσχει σε κάποια ζητήματα σεναρίου και πλοκής.

Το βασικότερο πρόβλημα που εμφανίζει, είναι κατά τη γνώμη μου η μεγάλη διαφορά σε ύφος και ατμόσφαιρα με το καλοφτιαγμένο trailer. 

Διότι το trailer καλλιεργεί μεγαλύτερες  και σε κάποιο βαθμό διαφορετικές προσδοκίες σχετικά με τα όσα πρόκειται να δει ο θεατής στο κυρίως έργο.

Υπάρχουν ακόμη και στοιχεία του σεναρίου που σε αυτό εμφανίζονται εσκεμμένα διαφορετικά με τη βοήθεια του μοντάζ και από αυτή την άποψη μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και παραπλανητικό. 

Με εξαίρεση το τέλος που αποτελεί γροθιά στο στομάχι, οι περισσότερες από τις τρομακτικές σκηνές, είναι όνειρα τα οποία βλέπουν τα δυο παιδιά.

Από κάποιο σημείο κι έπειτα ο θεατής γνωρίζει πότε τα όσα βλέπει αποτελούν ένα όνειρο και αυτό αποκλιμακώνει το όποιο σασπένς δημιουργείται.

Επιπλέον, η ταινία δεν καταβάλλει καμία απολύτως προσπάθεια να δημιουργήσει αμφιβολίες στον θεατή για το κατά πόσο η γυναίκα με τους επιδέσμους είναι όντως μητέρα των παιδιών ή όχι.

Το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται να τίθεται υπό αμφισβήτηση και κρίμα, γιατί αν συνέβαινε θα ανέβαζε κατά πολύ το όλο αποτέλεσμα.

Από την άλλη, επιστρατεύεται το στοιχείο της έκπληξης στο τέλος με μία ανατροπή που έχει χρησιμοποιηθεί και σε άλλα ψυχολογικά θρίλερ (δεν θέλω να γίνω πιο συγκεκριμένος ώστε να μην την χαλάσω) και επομένως είναι εύκολο να την μαντέψει κάποιος πολύ πριν εκδηλωθεί.

Αυτά είναι τα προβλήματα που κάνουν το Goodnight Mommy να μοιάζει προβλέψιμο και να μην διατηρεί – δυστυχώς - το ενδιαφέρον αμείωτο καθ’ όλη του τη διάρκεια.

Σε γενικές γραμμές δίνει την αίσθηση ότι το σενάριο έπρεπε να δουλευτεί πιο σχολαστικά προκειμένου να μιλάμε για μια προσπάθεια που αξίζει να παραμείνει χαραγμένη στη μνήμη μας.

Γεγονός πάντως είναι ότι πρόκειται για την πρώτη ταινία τρόμου που αξιοποιεί την greek weird αισθητική με έναν τρόπο που να την ανεβάζει και που να καλύπτει τις όποιες αδυναμίες της. 

Αν σας άρεσε ο Κυνόδοντας δείτε την, αν δεν σας άρεσε αλλά είστε φαν του τρόμου τότε και πάλι δείτε την, απλώς κρατήστε μικρό καλάθι σε σχέση με τα όσα υπόσχεται το τρέιλερ.

Βασίλης Γιαννάκης.



Release Dates:
30 August 2014 (Venice)
8 September 2014 (Toronto)
7 October 2014 (Sitges)
2 November 2014 (Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)
11 September 2015 (USA)