Header Ads

ad

The Void review

Όταν ανακοινώθηκε ότι ο παραγωγός του «The Witch» θα αναλάβει να φέρει στις αίθουσες μια ταινία επηρεασμένη από την ατμόσφαιρα του H.P. Lovecraft, ενθουσιάστηκα, εφόσον στη συνείδησή μου είχε βάλει ήδη δύο «γκολ από τα αποδυτήρια». 
Πριν καν δηλαδή τη δω, έβγαλα δύο συμπεράσματα που με προϊδέασαν θετικά.

Το πρώτο «γκολ», έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο H.P. Lovecraft είναι ο πιο αγαπημένος μου συγγραφέας. 
Λατρεύω το έργο του, όπως λατρεύω επίσης πολλές προσπάθειες που έχουν γίνει για να μεταφερθεί αυτό στη μεγάλη οθόνη, που κάποιες από αυτές είναι αρκετά επιτυχημένες, ενώ άλλες … όχι και τόσο.

Σίγουρα όμως πρόκειται για έναν συγγραφέα κοσμικού τρόμου που δίνει τη δυνατότητα στον εκάστοτε κινηματογραφιστή να δώσει στη μεταφορά που δημιουργεί, σχεδόν εξολοκλήρου το δικό του στυλ και τη δική του προσωπικότητα.

Αυτό συμβαίνει διότι τα έργα του Lovecraft δεν περιλαμβάνουν σχεδόν καθόλου διαλόγους, οι περιγραφές των κακόβουλων δυνάμεων γίνονται με υπονοούμενα και η ανάπτυξη των χαρακτήρων είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ο κάθε σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται πολύ διαφορετικά την ιστορία που αναλαμβάνει να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη και έτσι διαφορετικές μεταφορές της ίδιας ιστορίας, μπορεί να διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους.

Το δεύτερο «γκολ» έχει να κάνει με το είδος του κινηματογραφικού τρόμου που λατρεύω να παρακολουθώ. 
Οι φίλοι μου με ρωτάνε καμιά φορά αν προτιμώ περισσότερο τον μεταφυσικό τρόμο (όπως π.χ. το The Conjuring, το Anabelle κλπ) που εστιάζει στην ατμόσφαιρα, ή τα slashers που εστιάζουν στο gore. 

Η απάντησή μου είναι ότι λατρεύω περισσότερο τις ταινίες που συνδυάζουν και τα δυο στοιχεία, που δηλαδή από τη μια ενέχουν τη φαντασία και το μεταφυσικό, αλλά από την άλλη περιλαμβάνουν και άφθονα λουτρά αίματος. 
Μια τέτοια ταινία συνειδητοποίησα ότι είναι και το The Void των Jeremy Gillespie και Steven Kostanski όταν είδα το trailer.

Πρόκειται για δύο τύπους που έτσι κι αλλιώς τους είχα τυφλή εμπιστοσύνη αν κρίνω από προηγούμενα δείγματα της δουλειάς τους όπως τη συμμετοχή τους στο Suicide Squad και το remake του Poltergeist
Γενικά πρόκειται για ανθρώπους που έχουν «ψηθεί» κινηματογραφικά και έχουν αποκτήσει μεγάλη εμπειρία.

Τελικά παρακολουθώντας το The Void, συνειδητοποίησα ότι αν και πρόκειται για ένα έργο «κοσμικού τρόμου», δεν είναι άμεσα επηρεασμένο από τη μυθολογία Κθούλου του μεγάλου συγγραφέα H.P. Lovecraft, αλλά από ήδη υπάρχουσες ταινίες που  εμφανίζουν αρκετές επιρροές από αυτή.

Και ασφαλώς αναφέρομαι στα θρυλικά “Prince of Darkness” και “The Thing” του μεγάλου John Carpenter, το “The Beyond” του -επίσης μεγάλου- Lucio Fulci, αλλά και το πρώτο Hellraiser του τεράστιου Clive Barker.
Στην ταινία θα δείτε σκηνές που αποτελούν απευθείας δάνειο από τις παραπάνω ταινίες και που θα σας τις φέρουν στο μυαλό είτε το θέλετε, είτε όχι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ ο κοσμικός τρόμος στη λογοτεχνική του μορφή δεν περιλαμβάνει σχεδόν καθόλου gore, όλες οι παραπάνω ταινίες είναι αιματηρές και αυτό μας λέει πολλά σχετικά με το πόσο διαφορετική είναι η οπτικοποίηση του κοσμικού τρόμου σε σχέση με τη λογοτεχνική του προσέγγιση.

Με πιάνει το παράπονο ωστόσο όταν διαβάζω κριτικές από τον κόσμο που ισχυρίζονται ότι το The Void είναι αριστούργημα εξαιτίας της πρωτοτυπίας του, εφόσον έχω δει όλες τις παραπάνω ταινίες και γνωρίζω από πρώτο χέρι ότι τις αντιγράφει σε πολλά σημεία.



Από την άλλη βέβαια, χαίρομαι αφάνταστα που το αγαπημένο μου είδος τρόμου έχει αγγίξει επιτέλους  το mainstream και επομένως θα δούμε πολλές τέτοιες απόπειρες από εδώ και στο εξής.

Ωστόσο υπάρχει και ένα αντικειμενικό πρόβλημα στην ταινία που δεν μπορώ να αγνοήσω: Το γεγονός ότι παρουσιάζει πολλά γεγονότα σε λίγο χρόνο, με αποτέλεσμα ο ρυθμός της να είναι ενοχλητικά γρήγορος και μην μπορεί καθόλου «να αναπνεύσει».

Το γεγονός αυτό είναι εμφανές κυρίως στην αρχή που δεν προλαβαίνουμε καλά-καλά να γνωρίσουμε τους χαρακτήρες (και μάλιστα είναι πολλοί) και να δεθούμε μαζί τους.

Ο υπερβολικά έντονος ρυθμός δεν σταματά παρά μόνο κάπου στην μέση, όταν οι σκηνοθέτες κρίνουν σκόπιμο να παρουσιάσουν κάποιες σκηνές «ατμοσφαιρικής αγωνίας», ωστόσο το γεγονός ότι δεν το έκαναν πιο πριν έχει ως αποτέλεσμα να χαλαρώνει ο θεατής ακριβώς τη στιγμή που θα έπρεπε να βρίσκεται στην τσίτα και να μην ξέρει από πού θα του έρθει η φρίκη.

Ακόμη όμως και μετά τη μέση, τα γεγονότα και οι εξελίξεις τρέχουν πολύ γρηγορότερα απ’ όσο πρέπει και δυστυχώς δίνουν την αίσθηση ότι διακατέχονται από επιπολαιότητα. 
Θα έπρεπε η ταινία να διαρκεί πολύ περισσότερο από τα 90 λεπτά που είναι ο χρόνος της, ώστε να μας παρουσιάσει τις ίδιες εξελίξεις με έναν πιο σωστό τρόπο.

Και κάπου εκεί είναι που τα σεναριακά ευρήματα, οι καλές ερμηνείες αλλά κυρίως τα εξαιρετικά πρακτικά εφέ καλύπτουν δεξιοτεχνικά αυτή την αδυναμία, σε βαθμό μάλιστα που πολλοί παράβλεψαν την όλη βιασύνη και μιλούν πια για ένα «αριστούργημα των ειδικών εφέ».

Ο λόγος που εγώ έκανα τα στραβά μάτια είναι όπως προείπα ότι πρόκειται για το αγαπημένο μου είδος τρόμου.
Ακόμη κι έτσι όμως, σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω αριστούργημα, αλλά ούτε και να το βάλω στην ίδια μοίρα με το σαφώς ανώτερο –και πολύ διαφορετικό- The Witch

Τέλος, επισημαίνω ότι μέχρι τώρα δεν αναφέρθηκα στην υπόθεση εσκεμμένα, γιατί θεωρώ καλύτερο το να την ανακαλύψει ο θεατής από μόνος του. 
Θα δώσω μόνο τα Highlights: Ένα νοσοκομείο περικυκλωμένο από τα μέλη μιας σατανικής σέχτας και μέσα σε αυτό βρίσκονται παγιδευμένοι οι πρωταγωνιστές, να αντιμετωπίζουν κοσμικούς τρόμους, οι οποίοι κάνουν πολλούς από αυτούς να αποκτούν αποκρουστική όψη, αλλά και την πηγή του κακού που βρίσκεται στο υπόγειο του κτηρίου και που αποτελεί μια δίοδο προς την κόλαση.

Ξέρω ότι σε περίπτωση που έχετε δει το Prince of Darkness του Carpenter σας το φέρνουν στο μυαλό όλα αυτά, αλλά θεωρώ ότι αξίζει να δείτε τόσο το The Beyond, αλλά και το ίδιο το Prince of Darkness σε περίπτωση που δεν το έχετε δει ως τώρα.

Και βέβαια μην αγνοήσετε τα στοιχεία που βασίζονται στο Hellraiser, αλλά και την τελική σκηνή που αποτελεί σαφή αναφορά προς την αντίστοιχη τελική σκηνή του The Beyond.

Το The Void ήταν η ταινία έναρξης στο 4ο Horrorant Film Festival 'ΝΥΧΤΕΣ ΤΡΟΜΟΥ' φέτος το Μάιο.

Βασίλης Γιαννάκης.



Release Dates:
22 September 2016 (Fantastic Fest)
21 October 2016 (Toronto After Dark)
7 April 2017 (USA)
4 May 2017 (Horrorant Film Festival 'FRIGHT NIGHTS'