Header Ads

ad

A Lonely Place to Die review

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χατζηπαπάς.

Από πότε έχετε να διασκεδάσετε με ένα καλό ορειβατικό θρίλερ;
Εγώ θυμάμαι το Γερμανικό The North Face πέρυσι και μετά πρέπει να πάω πολύ πολύ πίσω, στο Cliffhanger του 1993!

Αυτό μέχρι σήμερα, καθώς το μισό A Lonely Place to Die είναι ένα εξαντλητικής έντασης υψοφοβικό θρίλερ που το παρακολουθείς κρατώντας την αναπνοή σου πολύ συχνά και θαυμάζοντας αυτούς που μπορούν να σκαρφαλώνουν σε πανύψηλα βουνά κοιτώντας κάτω χωρίς να τους πιάνει ίλιγγος, όπως συμβαίνει με εμένα.

Ναι, το μισό A Lonely Place to Die είναι ένα από τα καλύτερα ορειβατικά θρίλερ που αναβιώνει το είδος και μας τονίζει ότι τα highlands της Σκοτίας μπορούν να γίνουν ένα πολύ τρομακτικό μέρος.

Το μισό.
Και το υπόλοιπο δεν είναι καθόλου κακό, απλώς θα στενοχωρήσει πολλούς γιατί εξελίσσεται σε ένα άθλιας αισθητικής χωριό της Σκοτίας.

Μια ομάδα 5 φίλων πηγαίνουν για ορειβασία στα ψηλά highlands αλλά η διασκέδαση τους διακόπτεται όταν θα βρουν θαμμένο-φυλακισμένο ένα κορίτσι από τη Σερβία (ή Κροατία).
Φυσικά θα τη σώσουν αλλά οι δεσμώτες του κοριτσιού δε θα παρατήσουν τη μάχη εύκολα.

Κάπου αργότερα θα εμπλακούν και μισθοφόροι που στέλνονται από τον πατέρα του κοριτσιού σε ένα θανάσιμο παιχνίδι γάτας – ποντικιού...

Το θρίλερ του Julian Gilbey είναι ο θρίαμβος της κινηματογράφησης.
Η εναρκτήρια σκηνή με την επικίνδυνη άνοδο τριών από τους φίλους, όχι μόνο φαίνεται πανέμορφη αλλά με την ένταση και τη δεξιοτεχνική σκηνοθεσία θέτει υψηλά στάνταρ για τη συνέχεια.

Τα Σκοτσέζικα highlands είναι ένα ιδανικό μέρος να γυρίσεις οτιδήποτε (there is only one Highlander) αλλά χωρίς τη μαεστρία του Gilbey μπορεί να καταλήξεις να κάνεις ντοκιμαντέρ και όχι ταινία (θυμηθείτε το όμορφο αλλά κακό Valhalla Rising).

Πέρα από αυτό, ο Gilbey έχει μια φοβερή ικανότητα να παίζει με τις αισθήσεις, κάνοντας μια εκπληκτική σκηνή στο ποτάμι, σκηνή που με έπιασε πολλές φορές να κρατάω κι εγώ την αναπνοή μου μέχρι να βγει η πρωταγωνίστρια απ’το νερό.

Δε θα βαρεθώ να επισημαίνω τη σημασία της σκηνοθεσίας σε συγκεκριμένης τεχνικής ταινίες.
Την αίσθηση της κλειστοφοβίας δεν τη δημιουργεί ένας κλειστός χώρος, την αίσθηση του ιλίγγου δεν τη δημιουργεί το βουνό.
Ο σκηνοθέτης που δεν έχει αυτή την ικανότητα, μπορεί να κάνει έναν υψοφοβικό σαν εμένα να βλέπει χαλαρός ορειβάτες στο πιο ψηλό μέρος του κόσμου.
Ο Gilbey δεν είναι τέτοιος σκηνοθέτης.

Δυστυχώς, το A Lonely Place to Die διαφεύγει γρήγορα από τους γκρεμούς και εξελίσσεται σε ένα θρίλερ καταδίωξης, αρχικά στα δάση και στο τέλος στο χωριό και σε σπίτια.

Και το τρικ των μισθοφόρων μάλλον χαλάει το μέχρι τότε κλίμα του πρωτότυπου σεναρίου, κλίμα που μέχρι τότε υπηρετούσε πολύ καλά.

Οι εκπλήξεις ήταν απανωτές, τα τεχνικά κόλπα επιτυγχάνουν και γενικά φαίνεται να είναι κάτι που δεν είχαμε δει ως τώρα.
Αν είχε διάρκεια, θα ήταν ένα καταπληκτικό φιλμ.

Στον ρόλο της ηρωίδας είναι η πάντα υπέροχη Melissa George (του The Amityville Horror, του Turistas και φυσικά του 30 Days of Night).
Συναρπαστική, γενναία και ρεαλιστική, με μια καλή …και γυμνασμένη φυσική ερμηνεία (δεν ξέρω πόσες σκηνές ορειβασίας έκανε η ίδια αλλά μου φαίνονταν όλες ρεαλιστικές), προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρατήσει ζωντανή τη μικρή Anna (Holly Boyd).

Το υπόλοιπο cast άγνωστων ηθοποιών εξυπηρετεί την ποιος-θα-επιβιώσει αγωνία και οι δύο κακοί (Sean Harris και Stephen McCole) είναι δυο αξέχαστα καθάρματα και άρα πολύ σωστές επιλογές.

Η ταινία δεν αποφεύγει τις σεναριακές τρύπες αλλά και το αθάνατο κλισέ του ‘μπορεί να πετύχω όλο τον κόσμο αλλά ποτέ τη πρωταγωνίστρια’.

Επίσης, η εναλλαγή στο τελευταίο μέρος δείχνει διάθεση να τελειώνουμε γρήγορα και στερείται εντυπωσιακών σκηνών …είδατε; Αυτό που σας έλεγα.
Οι προσδοκίες που έχουμε μετά το πρώτο μισό είναι τόσο μεγάλες ώστε ένα απλώς καλογυρισμένο κυνηγητό στη πόλη και καναδυο πυροβολισμοί στο αστυνομικό τμήμα δεν είναι αρκετά να μας ευχαριστήσουν.

Αν και δείχνει ανολοκλήρωτο και δεν είναι ακριβώς horror, το A Lonely Place to Die προσφέρει καινούργια πράγματα στο είδος των θρίλερ επιβίωσης και είναι ένα καλό, επιδέξιο και οπτικά πλούσιο θρίλερ έντασης και άφθονης αδρεναλίνης.