Header Ads

ad

Big Bad Wolves: Στο Στόμα των Λύκων - Big Bad Wolves review

Κάλλιο αργά παρά ποτέ για το Big Bad Wolves
Η ισραηλινή ταινία που επί δύο χρόνια περιόδευε σε δεκάδες φεστιβάλ ανά τον κόσμο, βρίσκει επιτέλους διανομή και για την χώρα μας κι έτσι από 8 Ιανουαρίου θα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες.

Η απάντηση στο ερώτημα για τον αν άξιζε τον κόπο μια τέτοια αναμονή είναι μάλλον θετική, ειδικά αν κρίνουμε από τις πολύ καλές εντυπώσεις που άφηνε το Big Bad Wolves σε όλα τα φεστιβάλ. 

Επίσης δεν είναι τυχαίο ότι ο Quentin Tarantino τη χαρακτήρισε ως τη καλύτερη ταινία της χρονιάς για το 2013.

Αν και κάπως υπερβολική η δήλωση του Αμερικανού σκηνοθέτη - η οποία παρεμπιπτόντως αποτελεί τη καλύτερη διαφήμιση στο poster του Big Bad Wolves - εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι η ταινία καλύπτει πλήρως το γούστο και τη φιλμογραφία του.

Σκληροί χαρακτήρες που φλερτάρουν με την παράνοια, αστυνομικό μυστήριο, «βρώμικοι» μπάτσοι, σκηνές ακραίας βίας που άλλες υπονοούνται και άλλες προσφέρονται στο πιάτο του θεατή, αλλά και «ταραντινικοί» διάλογοι με μαύρο χιούμορ. 

Και όλα τα παραπάνω με ένα ισραηλινό περιτύλιγμα που δίνει τον δικό του ιδιαίτερο τόνο στην ταινία.

Δικαιολογημένα λοιπόν το Big Βad Wolves των Aharon Keshales και Navot Papushado διατηρεί ένα υψηλό hype, ας δούμε όμως αν όντως το αποτέλεσμα στέκεται ισάξιο των προσδοκιών μας.

Η αστυνομία προσπαθεί να ερευνήσει μια σειρά από αποτρόπαιους φόνους μικρών κοριτσιών. 
Ο δολοφόνος αρπάζει τα ανήλικα θύματά του και στη συνέχεια τα βιάζει αφήνοντας πίσω τα ακέφαλα πτώματά τους.

Η εξαφάνιση ενός ακόμη κοριτσιού θα σταθεί η αφορμή ώστε τρεις άγνωστοι άντρες να συναντηθούν.

Ο Micki (Lior Ashkenazi, Footnote) είναι ένας σκληρός αστυνομικός που στέκεται ανυπάκουος στις εντολές του Αρχηγού του και προτιμά να ανακρίνει τους υπόπτους με τους δικούς του «βρώμικους» τρόπους για να αποσπά την αλήθεια.

Ο Dror (Rotem Keinan), ένας φαινομενικά ήσυχος καθηγητής σχολείου, φέρεται να είναι ύποπτος για τους φόνους των κοριτσιών. 

Έτσι, όταν θα πέσει στα χέρια του Micki, εκείνος θα τον βασανίσει χωρίς όμως να καταφέρει να αποσπάσει τίποτα. 

Αντίθετα, ο Dror θα επιμείνει για την αθωότητά του, ενώ ο Αρχηγός του Micki θα τον απομακρυνθεί από τα καθήκοντά του. 
Τον αφήνει όμως σιωπηρά να συνεχίσει να ερευνά την υπόθεση μόνος του.

Τέλος ο Gidi (Tzahi Grad), είναι ο πατέρας του τελευταίου νεκρού κοριτσιού που διψά για εκδίκηση και δεν θα δίσταζε να βασανίσει μέχρι θανάτου τον πραγματικό δολοφόνο. 

Έτσι παρακολουθεί στενά τους δύο άντρες και είναι αποφασισμένος να φτάσει στα άκρα για τον θάνατο της κόρης του.

Το Big Bad Wolves έχει μια ιδιαίτερη δομή. 
Ξεκινά ως αστυνομικό θρίλερ μυστηρίου και στη συνέχεια μετατρέπεται σε ταινία εκδίκησης με κάποια κωμικά διαλλείματα να παρεμβάλλονται. 

Αυτοί που ξεχωρίζουν όμως είναι οι άκρως ενδιαφέροντες χαρακτήρες, τους οποίους παρακολουθούμε από την οπτική του καθενός ξεχωριστά. 

Τρεις άντρες που έχουν εντελώς διαφορετικά κίνητρα για να φτάσουν στα άκρα ή να αντέξουν τα πάντα. 


Τρεις ήρωες- λύκοι, εξίσου άγριοι και ικανοί να λερωθούν με αίμα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) και που ο ένας είναι πιο κακός από τον άλλον. 
Αλλά τελικά ποιος είναι ο πιο κακός;

Αυτό είναι και το βασικό ερώτημα της ταινίας, αλλά όχι το μοναδικό. 

Οι τροπές που παίρνει η ταινία είναι τέτοιες που ο θεατής καλείται να μαντεύει συνεχώς αν υπάρχει κάποια μπλόφα στους χαρακτήρες. 
Ή αν τελικά όλοι είναι το ίδιο αθώοι ή το ίδιο ένοχοι. 

Έτσι, δύσκολα θα καταλήγουμε σε μια ξεκάθαρη εικόνα για το ποιος από τους τρεις χαρακτήρες είναι αυτός με τη μεγαλύτερη ανθρωπιά.

Η ακραία βία σε διαφορετικές μορφές, είναι το δεύτερο συστατικό του Big Bad Wolves

Σαφέστατα εκείνη της υπονοούμενης βίας μέσα από περιγραφές για τα βασανιστήρια και τους φόνους των ανήλικων κοριτσιών είναι αυτή που σοκάρει περισσότερο και πιο αποτελεσματικά τον θεατή. 

Αλλά και σε σκηνές αναπαράστασής της, το θέαμα είναι αρκετά ανατριχιαστικό και ρεαλιστικό γιατί ευτυχώς δεν αγγίζει την υπερβολή ταινιών τύπου Hostel ή The Human Centipede.

Όλα τα παραπάνω συνοδεύονται από καλογραμμένους διαλόγους με μερικές εύστοχες χιουμοριστικές ατάκες. 

Δυστυχώς όμως κάποιες σκηνές με -έναν υποτιθέμενο- κωμικό τόνο είναι ανούσιες και αναποτελεσματικές στην πρόκληση γέλιου με αποτέλεσμα να υποβαθμίζουν το γενικό σύνολο.

Για κάποιον περιττό λόγο οι δημιουργοί δεν περιορίστηκαν στις έξυπνες ατάκες αλλά προτίμησαν να δώσουν έναν γενικότερα ανάλαφρο τόνο στο εγχείρημά τους, γεγονός που έρχεται σε κόντρα με τη σοβαρότητα της κεντρικής ιδέας.

Ευτυχώς που η κορύφωση είναι αυτή που πρέπει και έτσι μας επαναφέρει στο σωστό κλίμα. 

Επιπλέον οι Aharon Keshales και Navot Papushado στην ανάγκη τους να καταφύγουν σε κάποιες εύκολες λύσεις, δημιουργούν μερικές μικρές τρύπες στο σενάριο που ενδέχεται να απασχολούν τους θεατές κατά τη διάρκεια της ταινίας, χωρίς όμως να αποτελούν και μεγάλο πρόβλημα.

Συμπερασματικά, το Big Bad Wolves είναι μια πολύ καλή απάντηση από το Ισραήλ στις πρώτες ταινίες του Ταραντίνο και των αδελφών Κοέν με κάποιες φρέσκες ιδέες και έναν ιδιαίτερο αέρα που καθηλώνει. 

Αν μάλιστα μπορούσε να αποφύγει ορισμένα μικρά ατοπήματα, θα μιλούσαμε για μια από τις πιο εξαιρετικές ταινίες της χρονιάς.
Αλλά τουλάχιστον φτάνει πολύ κοντά. 

Σπύρος Νουνανάκης.

    
Release Dates:

21 April 2013 (Tribeca Film Festival)
26 July 2013 (Fantasia)
26 September 2013 (Νύχτες Πρεμιέρας)
25 October 2013 (Toronto After Dark)
17 January 2014 (USA)
8 January 2015 (Greece)