Header Ads

ad

Hollow Creek review


Πρόκειται για μία παραγωγή του 2013 που μόλις το 2016 κατάφερε να βρει διανομή.
Έχει χρηματοδοτηθεί από το Burt Reynolds Institute for Film and Theatre και είναι σχεδόν εξολοκλήρου, δημιουργία της Guisela Moro, η οποία πρωταγωνιστεί επίσης στο πλευρό του Steve Daron.

Το πρωταγωνιστικό ζεύγος που στην ταινία ονομάζονται Angelica και Blake αντίστοιχα, υποδύεται μία εικονογράφο βιβλίων και έναν συγγραφέα τρόμου που εγκαθίστανται σε ένα σπίτι στην εξοχή, προκειμένου ο τελευταίος να βρει την έμπνευση για να γράψει ένα καινούργιο μυθιστόρημα.

Από την πρώτη κιόλας νύχτα κάτι δεν πάει καλά στην ευρύτερη περιοχή, καθώς το σκυλί της Angelica εξαφανίζεται για ένα ολόκληρο βράδυ, μπαλάκια του baseball εμφανίζονται από το πουθενά και το ραδιόφωνο εκπέμπει συνεχώς εκπομπές που μιλάνε για παιδιά που κάποιος τα έχει απαγάγει από το γειτονικό χωριό.

Η Angelica μαθαίνει ότι είναι έγκυος στο παιδί του Blake και αυτό της προκαλεί μεγάλο πρόβλημα, καθώς ο δεσμός που διατηρεί μαζί του είναι παράνομος (ο Blake είναι παντρεμένος).
Το ίδιο διάστημα, ένα παράξενο παιδί-φάντασμα, την οδηγεί σε μία απόμερη φάρμα.

Το ζευγάρι που διαμένει εκεί την απαγάγει απευθείας και την φυλακίζει στο υπόγειο του σπιτιού, όπου διατηρούν επίσης αιχμάλωτα τα δύο παιδιά που εξαφανίστηκαν.
Από εκεί και πέρα ο Blake αντιλαμβάνεται την ανεξήγητη εξαφάνιση της ερωμένης του και κάνει οτιδήποτε περνάει από το χέρι του προκειμένου να την εντοπίσει.

Το πιο χιλιοπαιγμένο κλισέ των μεταφυσικών θρίλερ, είναι το ζευγάρι που αναγκάζεται να κατοικήσει σε μια απόμερη κατοικία και έρχεται αντιμέτωπο με φαντάσματα.
Το εξίσου επαναλαμβανόμενο κλισέ των ψυχολογικών θρίλερ, είναι οι ιστορίες απαγωγής και εγκλεισμού.

Το Hollow Creek της Guisela Moro συνδυάζει τα δύο αυτά κλισέ με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε ενώ η ιστορία που έχει να μας πει ξεκινάει με μεταφυσικά φαινόμενα, αυτά γρήγορα δίνουν τη σκυτάλη σε μία υπόθεση απαγωγής και έρευνας για τον εντοπισμό του θύματος.

Μακάρι από τη μίξη αυτών των δύο κινηματογραφικών ειδών να προέκυπτε κάτι ουσιωδώς πρωτότυπο –πράγμα που δεν συμβαίνει- ωστόσο δύσκολα παραβλέπεται το γεγονός ότι η Moro πειραματίζεται με τη φόρμα του δράματος σε βαθμό που το σενάριο να λογοτεχνίζει στη διαπραγμάτευσή του, θυμίζοντας μυθιστόρημα του Stephen King.


Πράγματι, ο King φαίνεται να την έχει επηρεάσει πολύ σε αυτό που κάνει, (υπάρχουν πολλές αναφορές, όπως π.χ. ότι η κοντινότερη πόλη ονομάζεται Castle Rock και ότι ο πρωταγωνιστής είναι συγγραφέας τρόμου όπως συνήθως συμβαίνει στις ιστορίες του διάσημου συγγραφέα) και το γεγονός αυτό τη βοηθά πολύ στο να αποδομήσει τα επί μέρους στοιχεία που συνθέτουν την ιστορία, σερβίροντας τα με έναν τρόπο που να μοιάζει ιδιαίτερος.

Οι πειραματισμοί και οι λογοτεχνικές αρετές προσδίδουν στο όλο σύνολο ένα θετικό πρόσημο, παρά το γεγονός ότι οι ατυχείς επιλογές είναι ουκ ολίγες.
Για παράδειγμα η ταινία μας πληροφορεί στην αρχή ότι το ζητούμενο της είναι οι απαγωγές των παιδιών, παρέχοντάς μας διάφορα στοιχεία πάνω στο ζήτημα, όμως τελικά αυτό υπεισέρχεται ως ένα επί μέρος συστατικό της υπόθεσης και δεν αποτελεί τον κεντρικό νοηματικό της άξονα.

Εξίσου ξεκομμένη και αταίριαστη είναι μια σκηνή προς το τέλος που εμφανίζεται γλυκανάλατη σε τέτοιο βαθμό που να βγάζει τον θεατή εντελώς εκτός κλίματός.
Τέλος, η όλη διαπραγμάτευση του μεταφυσικού στοιχείου εμφανίζεται κάπως αδέξια, δεδομένου ότι αποτελεί απλώς την γαρνιτούρα και όχι το κυρίως πιάτο της υπόθεσης και έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει τόση εμβάθυνση σε αυτό όση επιβάλλεται σε τέτοιες ταινίες.

Περιορίζεται σε κάποια Jump-scares που δεν έχουν τίποτα να πουν και που θα μπορούσαν να λείπουν, μόνο και μόνο για να απουσιάσει στο μεγαλύτερο μέρος της προβολής και να επανέλθει στο τέλος, σαφώς πιο αποδυναμωμένο.
Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές για τα δεδομένα του είδους, από το σύνολο του καστ, πράγμα που λειτουργεί κι αυτό υπέρ της όλης εμπειρίας.

Η διάρκεια είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ όση έχουμε συνηθίσει σε τέτοια έργα (2 ώρες σχεδόν) πράγμα που σε κάποιους δεν θα αρέσει γιατί θα βαρεθούν τους αργούς ρυθμούς του, ενώ άλλοι θα συνειδητοποιήσουν ότι ακριβώς στον χρόνο που πλεονάζει είναι που οφείλεται η όποια πρωτοτυπία υπάρχει στη διαπραγμάτευση.

Για παράδειγμα μεταξύ των γεγονότων που παρουσιάζονται, παρεμβάλλεται ένα χρονικό χάσμα 5 μηνών και διαιρεί σαφώς την ταινία σε δυο διακριτά μεταξύ τους τμήματα.
Αυτό δεν είναι κάτι που το βλέπουμε συχνά σε έργα αυτού του τύπου.

Σε γενικές γραμμές το Hollow Creek δεν έχει να προσφέρει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, απλώς βάζει στο μπλέντερ όλα όσα έχουν επικρατήσει στα μεταφυσικά και τα ψυχολογικά θρίλερ, ψυχογραφεί αναλυτικά τους ήρωες του και επιστρατεύει καλές ερμηνείες προκειμένου να το πετύχει.

Βασίλης Γιαννάκης.


Release Dates:
1 February 2016 (USA)