Header Ads

ad

Dark Summer review

Μια καινούργια ταινία σε σκηνοθεσία του Paul Solet και σε σενάριο του Mike Le, που προσπαθεί να παντρέψει τις δυνατότητες του κυβερνοχώρου με τις παραδοσιακές αξίες των μεταφυσικών θρίλερ χωρίς να κουράζει τον θεατή. 

Παρακολουθούμε έναν 17χρονο, τον Daniel (Keir Gilchrist, It's Kind of a Funny Story) καθώς καλείται για ένα ολόκληρο καλοκαίρι να εκτίσει την ποινή του κατ’ οίκον περιορισμού, διότι έχει συλληφθεί να παρενοχλεί μέσω διαδικτύου μία συνομήλική του (Grace Phipps, Fright Night).

Ένας αστυνομικός (Peter Stormare, Clown) τον επιβλέπει παρακολουθώντας από απόσταση το βραχιολάκι που του έχουν περάσει στο πόδι, ενώ δυο φίλοι του [Stella Maeve (The Runaways) και Maestro Harrell) αποφασίζουν να του συμπαρασταθούν κατά τη διάρκεια αυτής της δύσκολης περιόδου.

Τα προβλήματα ξεκινούν όταν ο Daniel δέχεται μια κλήση μέσω skype από το ίδιο του το θύμα, το οποίο όταν εμφανίζεται στην οθόνη του υπολογιστή, του απευθύνει κάποια αινιγματικά λόγια («θα νιώσεις ότι νιώθω εγώ») και έπειτα αυτοκτονεί πυροβολώντας το κεφάλι της.

Από εκεί και πέρα η ζωή του Daniel μετατρέπεται σε κόλαση, καθώς στοιχειώνεται διαρκώς από την παρουσία αυτής της κοπέλας.

Θα περίμενε κανείς ότι το Dark Summer θα ενδώσει στο φλερτ με το ψυχολογικό θρίλερ όπως συμβαίνει με πολλές παρόμοιες τα τελευταία χρόνια.

Αυτό θα συνέβαινε στην περίπτωση που δεν διευκρινιζόταν το αν όλα όσα βιώνει ο πρωταγωνιστής αποτελούν μια έκφανση των τύψεών του σε συνδυασμό με την διαταραγμένη του ψυχοσύνθεση ή αν πρόκειται για πραγματικά φαινόμενα. 

Το Dark Summer όμως, παίρνει ξεκάθαρα θέση εμφανίζοντας τους φίλους του Daniel να γίνονται κι αυτοί μάρτυρες του όλου στοιχειώματος.

Με τον τρόπο αυτό αποτάσσει την ταμπέλα του «ψυχολογικού θρίλερ» που συνήθως χρησιμοποιείται απ’ όσους είναι τόσο δήθεν ώστε ντρέπονται να παραδεχτούν δημόσια ότι παρακολουθούν ταινίες τρόμου.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κινηματογράφος με την τεχνολογία του internet και την μόδα που τη συνοδεύει είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να την οπτικοποιήσει χωρίς να κουράσει τον θεατή. 

Αυτός είναι ο λόγος που ενώ ζούμε σε μία εποχή που οι άνθρωποι περνούν ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους μπροστά από μία οθόνη, στις ταινίες δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. 
Οι κινηματογραφικοί ήρωες καταφεύγουν στο internet πολύ πιο σπάνια και μόνο όταν το επιβάλλει σθεναρά το σενάριο.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια από πολλούς δημιουργούς να αξιοποιήσουν τις οπτικοακουστικές δυνατότητες του κυβερνοχώρου στις ταινίες τους, όπως είναι τα βίντεο του youtube ή οι τηλεδιασκέψεις του skype.


Το Dark Summer ακολουθεί έναν ακόμη πιο δύσκολο και απαιτητικό δρόμο, καθώς το internet υπεισέρχεται ως αφανής πρωταγωνιστής στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας και δεν αποτελεί δομικό της στοιχείο καθεαυτό, αλλά η βαρύτητα δίδεται στα όσα έχουν λάβει χώρα ή λαμβάνουν χώρα εντός του.

Φαίνεται πως οι Solet και Le καταφέρνουν να πρωτοτυπήσουν στην διαπραγμάτευση μιας τέτοιας θεματολογίας, δυστυχώς όμως δεν το καταφέρνουν σε όλα εκείνα τα επί μέρους στοιχεία που αποτελούν κλισέ στα μεταφυσικά θρίλερ.

Υπάρχουν κάποιες εμπνευσμένες τρομο-σκηνές, όπως και πολλά σκοτεινά πλάνα που προσδίδουν ατμόσφαιρα, αλλά σε γενικές γραμμές η ταινία δεν κάνει σε κανένα σημείο της κάποια ουσιαστική υπέρβαση.

Αντίθετα εμφανίζεται βαρετή και προβλέψιμη, σε βαθμό που ακόμη και οι ανατροπές στο τέλος δεν μπορούν να την ανεβάσουν.
Ίσως να φταίει το γεγονός ότι τέτοιου τύπου ανατροπές μπορούν να τις εκτιμήσουν περισσότερο οι νεαρές ηλικίες. 

Εγώ τις βρήκα κάπως αφελείς και τις εξέλαβα ως μια απεγνωσμένη αλλά μάταιη προσπάθεια να αναζωπυρωθεί το ενδιαφέρον μου, το οποίο άρχισε να τρεμοσβήνει μετά τον ενθουσιασμό της πρώτης μισής ώρας.

Επί της ουσίας, το Dark Summer επιστρατεύει την σύγχρονη τεχνολογία προκειμένου να διαφοροποιηθεί από τον σωρό, είναι όμως η αδέξια αξιοποίηση των μεταφυσικών στοιχείων που στο τέλος μου δημιούργησαν την αίσθηση ότι «είδα μια από τα ίδια».

Σίγουρα όμως υπάρχει και κοινό που θα εκτιμήσει περισσότερο αυτό το πάντρεμα τεχνολογίας και μεταφυσικού και αποτελεί μια πρόταση για το πώς να κάνει κάποιος ταινία στην οποία να υπεισέρχεται ο κυβερνοχώρος χωρίς να αποτελεί αυτοσκοπός.

Βασίλης Γιαννάκης.




Release Dates:
9 January 2015 (USA)