Header Ads

ad

Detour review

Πολλές μάρκες αυτοκινήτων φημίζονται για την ασφάλεια που παρέχουν στον κάτοχό του οχήματος, βροντοφωνάζοντάς το και στις διαφημίσεις τους.

Υπερτερούν έναντι άλλων αυτοκινήτων, που δεν είναι φτιαγμένα από τα ίδια υλικά και δεν παρέχουν τα ίδια μέσα προστασίας στον οδηγό και σε όποιον τον συνοδεύει. 

Ελέγχονται με πολλά τεστ και η ανθεκτικότητά τους προωθείται σε βίντεο με τα crashtests στα οποία υπέπεσαν, ώστε να πεισθεί ο επίδοξος αγοραστής και να το επιλέξει. 

Υπάρχουν όμως ορισμένα ατυχήματα, που όποιο αυτοκίνητο και να έχει κανείς, πάλι θα την πατήσει. 
Όπως για παράδειγμα, σε περίπτωση που μια κατολίσθηση καταπλακώσει το αυτοκίνητό σας και εσάς μαζί.

Μία  τέτοια περίπτωση πραγματεύεται και η ταινία Detour, στην οποία παρακολουθούμε τον πρωταγωνιστή της Jackson Alder (Neil Hopkins, Skyline), να βρίσκεται παγιδευμένος στο αυτοκίνητό του ύστερα από μια κατολίσθηση και να επιμένει με υπεράνθρωπες προσπάθειες να βρει τρόπο ώστε να επιβιώσει και να βρεθεί στην επιφάνεια της γης. 

Για πολλές ώρες προσπαθεί να βρει διέξοδο, χωρίς όμως ελπίδες επιτυχίας. 
Έτσι λοιπόν, έχουμε και εδώ ένα ακόμα thriller αγωνίας σε ένα συγκεκριμένο μέρος, σε έναν κλειστό χώρο. 

Ο ήρωάς μας, είναι παγιδευμένος μόνος του στο αυτοκίνητο και καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, τον παρακολουθούμε να προσπαθεί να επιβιώσει. 

Ο σεναριογράφος επιδιώκει με χίλιους δυο τρόπους να μας κρατήσει το ενδιαφέρον, καθώς οι δράσεις του ήρωα, όπως είναι αναμενόμενο, είναι συγκεκριμένες και περιορισμένες. 

Στην αρχή, τον παρακολουθούμε σαν άλλος MacGyver να προσπαθεί να βρει απίστευτες λύσεις για να κρατηθεί στη ζωή και για να μάθει σε ποιο βάθος βρίσκεται. 

Τον βλέπουμε να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε αντικείμενο υπάρχει μέσα στο αυτοκίνητο, όπως έναν φακό, μια εφημερίδα, ένα μπαστούνι ασφαλείας του αυτοκινήτου, έναν αναπτήρα κτλ και όλο αυτό αρχίζει να μοιάζει με σπαζοκεφαλιά που δυστυχώς γρήγορα κάνει κοιλιά και μας οδηγεί στο να χάσουμε το ενδιαφέρον μας. 

Δεν λείπουν τα γνωστά σεναριακά τρικ που χρησιμοποιούνται σε όλες τις ταινίες του είδους, ώστε ο πρωταγωνιστής να χρησιμοποιεί τα πάντα και να προσπαθεί με ότι μέσο διαθέτει να σωθεί.  
Μέχρι και το πως κάποιος κάνει την ανάγκη του στο αυτοκίνητο βλέπουμε.

Στο σενάριο διακόπτει τη γραμμική αφήγηση, χρησιμοποιώντας κάποια flashbach μέσα από τα βίντεο του κινητού του Alder, ενώ κάνει το ίδιο και μέσα από τα όνειρά του καθώς κοιμάται και κάποια οράματά του. 

Η κεντρική ιδέα της ταινίας δεν μπορούμε να πούμε ότι μας εντυπωσίασε πάρα πολύ, αφού πλέον έχουν γίνει τόσα thriller σε κλειστούς χώρους, που πλέον είμαστε σίγουροι ότι θα ακολουθήσουν και ταινίες που θα εκτυλίσσονται στα πιο απίστευτα μέρη. 
Οπότε και ως προς αυτό δεν εντυπωσιάζει ιδιαίτερα.

Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο William Dickerson, του οποίου αποτελεί σκηνοθετικό ντεμπούτο σε ταινία μεγάλου μήκους, καθώς πιο πριν είχε στο ενεργητικό του τρεις μικρού μήκους. 
Υπογράφει μαζί με τον Dwight Moody και το σενάριο της ταινίας. 

Η σκηνοθεσία μίας τέτοιας ταινίας, θα ήταν καλή άσκηση για κάποιον σκηνοθέτη.
Έχει να επεξεργαστεί κα να δουλέψει με έναν πολύ συγκεκριμένο χώρο, ο οποίος δεν του αφήνει περιθώρια για πολλούς πειραματισμούς και δεν του επιτρέπει να κινηθεί με ελευθερία. 

Αυτό, για κάποιον άπειρο σκηνοθέτη ίσως και να είναι παγίδα, γι’αυτό το καλύτερο που έχει να κάνει κατά τη γνώμη μου είναι να πειραματιστεί. 

Ο Dickerson αντιθέτως δεν χρησιμοποίησε περίεργες γωνίες λήψεις, ούτε είχε “περίεργα” - αν μπορούμε να το πούμε - κάδρα και πλάνα. 


Σε πολλές στιγμές, ειδικά στην αρχή, η κάμερά του ήταν στο χέρι, κάτι που δεν έδεσε με τα υπόλοιπα πλάνα του αν και στην πορεία άρχισαν να δένουν μεταξύ τους. 

Η εισαγωγή του δηλαδή, ήταν κάπως άγαρμπη προσπαθώντας να μας εντυπωσιάσει και να μας τρομάξει, δυστυχώς όμως χωρίς να το πετύχει.

Χρησιμοποίησε αρκετές φορές ευρυγώνιο φακό, κάτι το οποίο σε ένα τόσο κλειστό χώρο λειτούργησε, παραμορφώνοντας το υποκείμενό του και ζαλίζοντας για λίγες στιγμές τον θεατή. 
Όμως, μέχρι εκεί.

Στα θετικά του σημεία βρίσκεται το γεγονός ότι χειρίζεται καλά το κλειστοφοβικό περιβάλλον της ιστορίας και μας θέτει μέρος αυτής. 
Από ένα σημείο και μετά νιώθουμε την αγωνία του ήρωα και περιμένουμε την λύτρωσή του. 

Απλώς, το κακό είναι ότι την περιμένουμε σχετικά νωρίς καθώς μοιάζει ένα χαμένο παιχνίδι επιβίωσης. 
Και δυστυχώς η ταινία δεν μας κρατά μετά τη μέση και πολύ.

Η παρουσία του Neil Hopkins στον πρωταγωνιστικό ρόλο ήταν μια ευτυχής πρώτη γνωριμία μαζί του, αφού ήταν αρκετά πειστικός και νευρικός όπως έπρεπε.
Δυνατή ερμηνεία που σε καλύτερα σενάρια και σε καλύτερες ταινίες σαν σύνολα, θα μπορέσει να αναδειχθεί.

Η παραγωγή φαίνεται ότι ήταν αρκετά φτηνή, με μόλις δύο ηθοποιούς, τον βασικό μας χαρακτήρα και την γυναίκα του που παρακολουθούμε μόνο μέσα από βίντεο του κινητού του. 

Γενικά δεν εντυπωσιάζει πολύ, σε αντίθεση με άλλες ταινίες του είδους που έστω και με παρόμοιες συνθήκες, έχουν έναν χαρακτήρα πιο επιβλητικό προς τον θεατή.

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, ο Hopkins φωτίζεται είτε από το φως του αυτοκινήτου είτε από τον φακό που βρήκε στο πίσω μέρος του αμαξιού. 
Όμως η ταινία δημιουργεί ένα ερώτημα όσο ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να απομακρυνθεί λίγο από το αυτοκίνητο και βρίσκεται μέσα στα χώματα. 

Το ερώτημα αυτό είναι, πως παραμένει να φωτίζεται χωρίς να δικαιολογείται από κάποια φωτιστική πηγή. 

Αυτό είναι ένα καλό ερώτημα-quiz για όποιον ενδιαφέρεται να βρίσκει λάθη στις ταινίες. 
Αυτό συμβαίνει αμέσως πριν το τέλος της ταινίας. 

Σε αυτό το σημείο κακή προσθήκη αποτελεί και η μουσική επένδυση, καθώς έλειπε σε όλη τη διάρκεια της ταινίας αλλά η εμφάνισή της μας προδιαθέτει για το τι θα ακολουθήσει. 

Σε γενικές γραμμές δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι η χειρότερη ταινία της χρονιάς αλλά ούτε και κάποιο thriller που θα μείνει στην ιστορία. 
Προτείνεται για αρχειακούς λόγους στους fan του κλειστοφοβικού αυτού είδους, όπως επίσης και σε όποιον πιστεύει ότι στο αυτοκίνητό του είναι απόλυτα ασφαλής.
 

Δημήτρης Βαβάτσης.


 

 
Release Date:
13 August, 2013 (USA DVD)
 
 
 

Detour trailer από Horrorant